//ΑΜΦΙΣΣΑ, ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ

ΑΜΦΙΣΣΑ, ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΚΑΡΤ ΠΟΣΤΑΛ

Η πρωτεύουσα της Φωκίδας απλώνεται αμφιθεατρικά ανάμεσα σε δυο μεγάλους ορεινούς όγκους, τη Γκιώνα και τον Παρνασσό. Προστάτες της πόλης θα έλεγε κανείς αλλά και μάρτυρες, στο πέρασμα των αιώνων, των περιπετειών και των εναλλαγών της ιστορίας του τόπου. Και είναι αλήθεια ότι η πόλη έχει διαγράψει μακρά ιστορική διαδρομή, οι αρχές της οποίας χάνονται στα βάθη του χρόνου.

Λέγεται ότι οι πρώτοι κάτοικοι της ήταν οι προέλληνες Πελασγοί, στους οποίους αποδίδονται  τα τείχη και η ακρόπολις της.Στη συνέχεια την κατοίκησαν οι Οζολοί Λοκροί, ένα μικρό ελληνικό φύλο, που βρήκε πρόσφορο τόπο εγκατάστασης στον εύφορο κάμπο της Φωκίδας, τον 8ο αι. περίπου π.χ.

Στις αρχές του 13ου αι., στην περίοδο της Φραγκοκρατίας, η Άμφισσα κυριεύτηκε από τους Φράγκους και πήρε τότε και την ονομασία Σάλωνα. Οι Φράγκοι ίδρυσαν τη « Βαρωνία των Σαλώνων» με έδρα τα Σάλωνα, πράγμα που αποδεικνύει το σημαντικό της ρόλο στην περιοχή.

Αργότερα ακολούθησε η περίοδος της Τουρκοκρατίας, αλλά, μόλις άρχισε η ελληνική επανάσταση το 1821, επανήλθε στα χέρια των ελλήνων. Μετά την απελευθέρωση τα Σάλωνα έγιναν η πρωτεύουσα της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας. Το 1824 συνήλθε εδώ η συνέλευση των αντιπροσώπων της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας και  φηφίστηκε η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας», πολιτειακό κείμενο που σκοπό είχε να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του αγώνα στην περιοχή που απελευθερώθηκε, πολιτειακό δηλαδή κείμενο τοπικό, σημαντικό όμως, γιατί οι Έλληνες για πρώτη φορά, μετά από 400 χρόνια υποδούλωσης, διοικούσαν τον τόπο τους και αποφάσιζαν για τον εαυτό τους.

Σειρά βέβαια είχε, σχεδόν ένα αιώνα μετά, η νεότερη περιπέτεια της ελλάδας, η γερμανική κατοχή, η οποία δεν άφησε αλώβητη την πόλη. Στα χρόνια της κατοχής και η πόλη και τα γύρω χωριά δοκίμασαν τη βαρβαρότητα του κατακτητή, ψηλά όμως στα γύρω βουνά έβρισκαν καταφύγιο οι αντάρτες, και οι   πλαγιές των βουνών αντηχούσαν από τις νικηφόρες μάχες τους ενάντια στους κατακτητές. Εδώ που τα λέμε, μόνο που τα βλέπεις αυτά τα βουνά, σε πιάνει δέος, πώς να ξετρυπώσουν οι Γερμανοί τους αντάρτες σ’ αυτούς τους δύσβατους ορεινούς όγκους, κι όποτε το επιχειρούσαν πάθαιναν πανωλεθρία, γι’ αυτό, ως συνετοί άνθρωποι, δεν τους ενοχλούσαν και πολύ.

Τέλος ο αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος προκάλεσε διχασμό, όπως άλλωστε και στην υπόλοιπη Ελλάδα, και πολλές απώλειες κατοίκων κι από τις δυο πλευρές των αντιμαχομένων.

Για το όνομα της πόλης υπάρχουν διάφορες εκδοχές: Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Άμφισσα πήρε το όνομά της από την Άμφισσα, εγγονή του Αιόλου, ο Αριστοτέλης, όμως, αναφέρει ότι ονομάστηκε έτσι από τη θέση της ανάμεσα στα βουνά.

Στη Φραγκοκρατία αλλάζει όνομα,τώρα ονομάζεται Σάλωνα. Άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομα της δόθηκε από το Βονιφάτιο το Μομφερατικό, τον άρχοντα της Θεσσαλονίκης, όταν κατέλαβε την πόλη, και είναι παραφθορά του ονόματος Θεσσαλονίκη – Σαλονίκη. Άλλοι όμως διατείνονται ότι προήλθε από το «σάλος» = τράνταγμα, γιατί εκδηλώνονταν πολλοί σεισμοί στην περιοχή.

Ας γνωρίσουμε, όμως και από κοντά αυτή τη μκρή, αλλά, με τόσο μεγάλη  ιστορία, πόλη. Μπαίνοντας από το μοναδικό δρόμο εισόδου σ’ αυτήν συναντάμε  το οίκημα όπου στεγάζονται τα δικαστήρια και στη συνέχεια την κεντρική πλατεία της, μια τυπική επαρχιακή πλατεία με λιγοστά δέντρα και γύρω- γύρω οι απαραίτητες καφετέριες- ζαχαροπλαστεία με τα τραπεζάκια τους να καταλαμβάνουν ένα μέρος αυτής. Όταν ο καιρός είναι καλός, η πλατεία είναι γεμάτη κόσμο και κυρίως παιδιά – ένα χαρούμενο, πολύβουο μελίσσι – που εκτονώνουν την πλεονάζουσα ενεργητικότητα της ηλικίας τους παίζοντας και τρέχοντας,  κάτω από το άγρυπνο βλεμμα  των γονιών τους, που απολαμβάνουν  τον καφέ ή το αναψυκτικό τους. Το χειμώνα, βέβαια, η πλατεία είναι άδεια – το κρύο ωθεί τους κατοίκους να αναζητήσουν τη θαλπωρή του σπιτιού τους – και περιμένει τις μέρες της δόξας της πάλι, την άνοιξη και το καλοκαίρι. Στο κέντρο της πλατείας δεσπόζει ο ανδριάντας του επισκόπου Σαλώνων Ησαϊα, του φωτισμένου ιερέα που έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και στη συνέχεια άρχισε την επανάσταση στη Βοιωτία και στα Σάλωνα, για να βρει όμως γρήγορα το θάνατο πολεμώντας για την πολυπόθητη ελευθερία. Τους αγώνες του θυμίζουν σήμερα όχι μόνο το άγαλμά του αλλά και το όνομά της πλατείας.- ονομάστηκε πλατεία Ησαϊα.

Ανηφορίζοντας το δρόμο προς τα πάνω βρίσκεσαι σε μια δεύτερη πλατεία, την πλατεία Κεχαγιά. Και πάλι χώρος των παιδιών αλλά και κουβεντούλας των κατοίκων.

Όταν φτάσετε εδώ, μην παραλείψετε να πιείτε ένα τσίπουρο ή ένα καφεδάκι στο παραδοσιακό καφενείο «Πανελλήνιον». Το εσωτερικό του λιτό και ζεστό, τα τραπεζάκια του σε μεταφέρουν σε άλλες εποχές, λες και ο χρόνος σταμάτησε στη δεκαετία του ’60, ενώ σε καλωσορίζει η μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ και σε προσκαλεί να τον γευτείς. . Ο ιδιοκτήτης του  μας υποδέχτηκε με πολλή ευγένεια και μας μίλησε με νοσταλγία για τις παλίές δόξες του χώρου αυτού. Κι αν κάτι σας φανεί γνώριμο, μην παρεξενευτείτε. Όσοι είδατε την ταινία του Αγγελόπουλου ο «Θίασος», θα  αναγνωρίσετε το χώρο, γιατί εκεί γυρίστηκαν πολλές σκηνές από την  ταινία αυτή. Αλλά και μερικά χρόνια νωρίτερα η Ρόμι Σνάιντερ, η διάσημη σταρ, έπινε τον καφέ της σε ένα από τα τραπεζάκια του, κοιτώντας από τη μεγάλη  τζαμαρία την πλατεία.    Σε μια πλευρά του θα δείτε μια θεατρική σκηνή. Εκεί, μας εξήγησαν, έδιναν παραστάσεις τα περίφημα «μπουλούκια», οι  περιφερόμενοι δηλαδή θίασοι, που έδιναν παραστάσεις σε πόλεις και χωριά. Πολλές ιστορίες θα σας διηγηθεί και ο  ιδιοκτήτης του κ. Θανάσης Μαστρονικολόπουλος για τους διάσημους καλλιτέχνες που γνώρισαν τη φιλοξενία του καφενείου, σας αφήνω να τα ακούσετε από εκείνον, όπως τα είπε και σε μας. Αξίζει τον κόπο, γιατί θα εκπλαγείτε, πιστέψτε με.

Και μια και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε, επισκεπτόμαστε πιο πάνω τη συνοικία της Χάρμαινας, τη συνοικία δηλαδή των ταμπάκηδων που έχει διατηρήσει το χρώμα και την ατμόσφαιρά της. Σκαρφαλωμένη καθώς είναι ψηλά στο λόφο, στο δρόμο που καταλήγει στο Κάστρο, χρειάζεται να την επισκεφτείς με αυτοκίνητο, είναι αρκετά δύσκολο να φτάσεις με τα πόδια, εκτός κι αν οι αντοχές το επιτρέπουν. Αφήστε το αυτοκίνητο στην πηγή που είναι εκεί κοντά και περπατήστε στα δρομάκια της συνοικίας. Ο χρόνος μοιάζει ακίνητος. Βουβά σοκάκια, σαθροί σοβάδες και ερείπια, πόρτες αμπαρωμένες και ανώγεια έρημα, πιο κει κάποια δέρματα απλωμένα αφηγούνται με το δικό τους τρόπο την ιστορία της συνοικίας. Σπάνια θα συναντήσετε άνθρωπο, επικρατεί απόλυτη ησυχία. Παρατηρήστε με προσοχή τα ερειπωμένα αυτά σπίτια των ταμπάκηδων – μερικά αναστηλώθηκαν – και αφήστε τη φαντασία σας να σας μεταφέρει πολλά χρόνια πίσω, όταν η συνοικία έσφυζε από ζωή και δραστηριότητα. Η ζωή των ανθρώπων αυτών, όμως, δεν ήταν εύκολη, άνετη, οι συνθήκες κατεργασίας των δερμάτων σκληρές. Αφήνω το γνωστό λογοτέχνη Δημήτρη Χατζή να σας μιλήσει για τη ζωή τους με το δικό του μοναδικό τρόπο: «Όλα θα ΄τανε καμιά δεκαπενταριά – είκοσι αυτά τ’ αργαστήρια, λιθόκτιστα, δίπατα όλα, με θολωτές μεγάλες πόρτες στη σειρά. Το κάτω πάτωμα είχε τα παράθυρα μικρά, σαν πολεμίστρες. Ήταν όλο ένα μεγάλο χαγιάτι πλακόστρωτο, με κάτι ξύλινες σκάφες από δω κι από κει. Μέσα σ’ αυτά τα χαγιάτια, κάνε ξιπόλητοι, κάνε με κάτι μεγάλα ποδήλατα και ξεβράκωτοι – δηλαδή μονάχα με το βρακί τους- δουλεύαν οι ταμπάκοι τα δέρματα.Τ’ απάνω πάτωμα πρόβαλλε στο δρόμο κάπου μισό μέτρο παραέξω απ’ το κάτω κι είχε τα παράθυρα μεγάλα – είδος βενετσιάνικα. Ήτανε το κατοικιό τους εκεί κι ανεβαίναν από μια μικρή ξύλινη σκάλα μεσ’ απ’ τ’ αργαστήρια. Ο τόπος όλος εκεί τριγύρω βρωμοκόπαγε την ξινή δριμίλα (=έντονη μυρωδιά) του τομαριού» (Δημ. Χατζής: «Ο Σιούλας ο ταμπάκος» – διήγημα- «Το τέλος της μικρής μας πόλης»)

Απομονωμένοι εκεί ψηλά στο λόφο οι ταμπάκηδες, περιθωριοποιημένοι, αφού η κοινωνία τους θεωρούσε κατώτερους, δούλεψαν, πρόκοψαν κυρίως την εποχή του Μεσοπολέμου. Ύστερα όμως, ήρθε η μηχανή, η κατεργασία γινόταν πιο γρήγορα και με λιγότερι κόστος, και τα βυρσοδεψεία άρχισαν να κλείνουν το ένα μετά το άλλο. Οι ταμπάκηδες, θύματα της τεχνολογίας, έγιναν παρελθόν, κι απόμεινε η νεκρή αυτή συνοικία, για να μας τους θυμίζει.

Και μια και φτάσαμε εκεί ψηλά, επισκεπτόμαστε,  λίγο πιο πάνω, το ονομαστό κάστρο, που δεσπόζει στην πόλη. Χτίστηκε την εποχή των Πελασγών, όπως δείχνουν οι τεράστιοι ογκόλιθοι. Οι βάσεις του αποτελούνταν από ορθογώνιους λίθους οριζόντια τοποθετημένουςκαι πάνω σ’ αυτούς έχτισαν οι Βυζαντινοί και αργότερα οι Φράγκοι και οι Καταλανοί, ο καθένας με τη δική του τεχνοτροπία και παντα για οχυρωματικούς λόγους.

Μπορείτε να δείτε τον εξωτερικό περίβολο του τείχους, τα εσωτερικά τείχη και την εσωτερική πύλη, αποτελούμενη από ογκόλιθους τεραστίων διαστάσεων. Στο εσωτερικό των τειχών υπάρχου ερείπια φραγκικής εκκλησίας, άλλης μικρής βυζαντινής και ρωμαϊκού τεμένους. Διακρίνονται επίσης, δυο στρογγυλοί πύργοι βυζαντινής κατασκευής, από τους οποίους ο καλύτερα διατηρημένος ονομάζεται «Πύργος της βασιλίσσης».

Το κάστρο αυτό είναι το πρώτο που πέφτει στα χέρια των ελλήνων κατά την ελληνική επανάσταση.

Τα τελευταία τμήματα του κάστρου στέκουν εκεί αγέρωχα, έτοιμα να αντιμετωπίσουν εχθρούς και επιδρομές, αλλά ο μόνος εχθρός πια που αντιμετωπίζουν, είναι ο φθοροποιός χρόνος.

Από εκεί ψηλά, επιπλέον, έχετε τη δυνατότητα να αγναντέψετε όλη την πόλη και πιο πέρα τον ελαιώνα – Το πάλαι ποτέ Κρισσαίο Πεδίο – που απλώνεται απέραντος, με πάνω από ένα εκατομμύρια λιόδεντρα. Καθώς τον παρατηρείς από εκεί ψηλά, έχεις την εντύπωση ότι είναι μια πράσινη θάλασσα, που λικνίζεται και ριγά, καθώς ο αέρας περνά μέσα από τα ασημοπράσινα φύλλά των δέντρων.  Πέρα όμως από την ομορφιά του, ο κάμπος αυτός ήταν και είναι πολύ σημαντικός για την οικονομική ζωή του τόπου. Οι ελιές Αμφίσσης είναι οι καλύτερες  βρώσιμες ελιές- έτσι διατείνονται οι ντόπιοι –  αλλά  την ίδια γνώμη έχω κι εγώ.

Τα λιόδεντρα, μαζί με τα βυρσοδεψεία, έδιναν δουλειά στους κατοίκους της περιοχής. Παλιότερα, βέβαια, άκμαζαν εδώ κι άλλοι τομείς της οικονομίας. Υπήρχαν τα στραγαλάδικα, τα σχοινάδικα, διάσημα σ’ όλη τη Ελλάδα, που επεξεργάζονταν με τρόπο μοναδικό το γίδινο μαλλί από τα ζώα που εκτρέφονταν στην περιοχή και τέλος, ονομαστοί ήταν οι κουδουνάδες. Οι τελευταίοι έφτιαχναν με ιδιαίτερη τέχνη τα κουδούνια για τα γιδοπρόβατα, και μάλιστα – εδώ είναι η τέχνη – το κάθε κουδούνι είχε το δικό του ξεχωριστό ήχο.

Οι τέχνες αυτές έχουν παρακμάσει σήμερα, κάποτε, όμως, συνεισέφεραν στην τοπική οικονομία.

Την οικονομική ακμή της πόλης αντανακλούν τα ωραία νεοκλασικά σπίτια και τα παλιά αρχοντικά που συναντά κανείς στους δρόμους της πόλης και τα οποία ευτυχώς διατηρήθηκαν, δε θυσιάστηκαν στο βωμό του χρήματος και της «προοόδου», δίνοντας σήμερα το χαρακτηριστικό χρώμα της πόλης. Γιατί, μπορεί η πόλη να γνώρισε καλύτερες μέρες που πέρασαν πια, συνεχίζει όμως να είναι η παλιά αρχόντισσα που διατηρεί όλα εκείνα τα στοιχεία της γοητείας της, τα παλιά νεοκλασικά, τα περίτεχνα μπαλκονάκια, τις  στέγες των σπιτιών με τα κόκκινα κεραμίδια, το κάστρο της,,,,

Κι αν είστε απ’ αυτούς που τους αρέσει το παραδοσιακό, αυτό που αντέχει στο χρόνο, τότε θα επισκφθείτε το ταβερνάκι του Φαρόπουλου, κάτι ανάμεσα σε ταβέρνα, παλαιοπωλείο, γκαλερί, σίγουρα όμως με το άρωμα άλλης εποχής. Τους τοίχους,τις γωνιές και την οροφή  διακοσμούν διαφημιστικές αφίσες παλιών προϊόντων, παραδοσιακά εργαλεία, παλιές φωτογραφίες, μουσικά όργανα, αντικείμενα που φαίνεται ότι συλλέγει ο ιδιοκτήτης, ετερόκλιτα κομμάτια που αναδίδουν όμως  μια γοητεία μέσα από την ετερότητά τους. Αν προσθέσεις και τις ωραίες ποικιλίες, το ζεστό χαμόγελο και τη φιλόξενη ευγένεια, τότε νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να τσιμπήσετε κάτι εκεί.  Αλλά φυσικά  θα περάσετε και από κάποια από τις πολλές ταβέρνες, για να δοκιμάσετε κοντοσούβλι, αρνάκι, παϊδάκια, γίδα και όλα τα ντόπια εδέσματα, μοναδικά σε νοστιμιά, καθώς το κρέας είναι ντόπιο  και ιδιαίτερη η τέχνη αυτών που τα ετοιμάζουν..Και….μην πείτε τίποτα για χοληστερίνη….τι στο καλό στη Ρούμελη είστε, αν δε σας ανεβεί λίγο  η χοληστερίνη εδώ , πού  θα σας ανεβεί!!!

Και κάτι ακόμα, αλλά που αφορά την τροφή του πνεύματος τώρα. Αξίζει να δείτε το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης, προσφέρει στον επισκέπτη την πλήρη εικόνα και την ιστορική εξέλιξη της Φωκίδας. Φιλοξενεί ευρήματα που προέρχονται από την Άμφισσα αλλά και άλλες θέσεις του νομού της Φωκίδας και καλύπτουν χρονολογικά τους αιώνες από την εποχή του χαλκού μέχρι τους πρώιμους βυζαντινούς χρόνους. Επιπλέον το Μουσείο βρίσκεται στο χώρο που έγινε η Α΄εθνοσυνέλευση της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδας αλλά σε κτίριο μεταγενέστερο.

Αξιοθέατα επίσης αποτελούν και τα σπίτια του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη, οπλαρχηγών στη ελληνική επανάσταση.

Μετά από όλα αυτά, μια τελευταία βόλτα στην πόλη καλό είναι να γίνει, για να προμηθευτείτε ντόπια προϊόντα, και στη συνέχεια αποχαιρετήστε την. Είμαι σίγουρη ότι θα πάρετε μαζί σας εικόνες από το κάστρο, τα ταμπάκικα, τα δρομάκια της και το φιλόξενο χαμόγελο των κατοίκων.

Kalamad