//ΚΑΝΤΑΜΠΡΙΑ ΑΦΘΟΝΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

ΚΑΝΤΑΜΠΡΙΑ ΑΦΘΟΝΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

Η Καντάμπρια (Cantabria) χαρακτηρίζεται από την άφθονη περιβαλλοντική της ομορφιά και από την τέλεια  ισορροπία ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση. Αντανάκλαση αυτής της εξαιρετικής αρμονίας είναι η ομορφιά των φυσικών της τοπίων, η γοητεία των  βροχερών, ήσυχων χωριών της,  που περιβάλλονται από απέραντα λιβάδια, με όλες τις δυνατές αποχρώσεις του πράσινου, η επιβλητικότητα  των υψηλών κορυφών που σκεπάζονται   με δάση αυτόχθονα, γεμάτα με οξιές, βελανιδιές, σημύδες και καστανιές. Κοντά σ’ αυτά ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει και  μια εξαιρετική ιστορική κληρονομιά. Στην περιοχή που εκτείνεται  ανάμεσα στους ποταμούς Σάχα (Saja) και Νάνσα (Nansa), βρίσκονται συγκεντωμένα όλα όσα αξίζει να δει κανείς σ’  αυτή την όμορφη αυτόνομη κοινότητα.

 

Μια βόλτα στα βουνά, τις κοιλάδες και τα μονοπάτια, που βρίσκονται ανάμεσα στις κοίτες των ποταμών Σάχα (Saja ) και Νάνσα (Nansa), και μια επισκεψη στα μικρά χωριά αυτής της επαρχίας, όπου ακόμα υπάρχει περισυλλογή και διακρίνονται απτά ίχνη μιας ζωής που αντιστέκεται στην εξαφάνιση, είναι στην πραγματικότητα  μια βόλτα  σε μια περιοχή οικολογική και προνομιούχα της αγροτικής Καντάμπρια (Cantabria ) , που συνορεύει με την οροσειρά Πίκος ντε Εουρόπα (Picos de Europa).  Σ’ αυτή την περιοχή έχει κανείς την ευκαιρία να νιώσει την αυθεντικότητα των τόπων, που διατηρούν την αρμονία με  με το περιβάλλον τους, να γνωρίσει χωριά  με εξαιρετικά μοντέλα λαϊκής αρχιτεκτονικής, χωριά που ακόμα διατηρούν το χρώμα τους  και και στα οποία  επιζούν συνήθειες ριζωμένες εδώ και χρόνια.

Οι κοιλάδες που σχηματίζονται από τους ποταμούς Σάχα (Saja)  και Νάνσα (Nansa) αποτελούν μια από τις πιο εκπληκτικές γωνιές της δυτικής Καντάμπρια  (Cantabria). Το φυσικό πάρκο αυτής της επαρχίας καταλαμβάνει μια έκταση 24.000 εκταρίων και τα δάση που το  περιβάλλουν είναι καταφύγιο για αγριογούρουνα, ζαρκάδια, ελάφια, αλεπούδες, αρκούδες και λύκους.

 

Μια από τις  κυριότερες  διαδρομές  αρχίζει από την Μπάρθενα Μαγιόρ (Bárcena  Mayor), μόνο 62 χιλιόμετρα από το Σανταντέρ (Santander), την πρωτεύουσα της αυτόνομης Κοινότητας. H Μπάρθενα (Bárcena)  είναι ένας αγροτικός πυρήνας ανακαινισμένος, με λιθόστρωτους δρόμους, γραφικά σπίτια και ατμόσφαιρα γεμάτη γοητεία. Πρακτικά ήταν απομονωμένη από τον κόσμο, εξαιτίας της θέσης της στο βάθος μιας κοιλάδας, σ’ έναν δρόμο προς το πουθενά, αλλά σήμερα είναι μια επίσκεψη αναγκαία για τον τουρίστα και για τον εξερευνητή και οδοιπόρο, ως  σημείο αναφοράς, για  να απολαύσει  την προστατευμένη περιοχή του ποταμού  Σάχα (Saja). Ήταν ένα χωριό κτηνοτρόφων και βοσκών, μεσαιωνικού χαρακτήρα,  αλλά αυτοί αργότερα  αναμόρφωσαν  τους σταύλους και τα χαμόσπιτα με εξώστες  από ξύλο, και τα μετέτρεψαν σε χαριτωμένα καταφύγια, μικρά καταστήματα  με τυπικά προϊόντα της περιοχής και λαϊκή χειροτεχνία καθώς και προσφορά γαστρονομική  που περιλαμβάνει φασολάδα με χοιρινό, μπριζόλες μοσχαρίσιες  και κρέας κυνηγιού.

 

Σχεδόν στο επίκεντρο της περιοχής, στο μέσον της διαδρομής  ανάμεσα στους ποταμούς Σάχα (Saja) και Νάνσα (Nansa), στο βάθος μιας κοιλάδας, βρίσκεται η Καρμόνα (Carmona) ,  αληθινή μικρογραφία της αγροτικής Καντάμπρια. Για να φτάσει κανείς στο χωριό, είναι αναγκαίο να διασχίσει ένα πέρασμα του βουνού με  καταπληκτικά παρατηρητήρια.

Αντίθετα από την Μπάρθενα Μαγιόρ (Bárcena Mayor), η  Καρμόνα (Carmona) δείχνει τη γοητεία της, η οποία δεν έχει υποστεί θεαματικές αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου, φαίνεται σαν να μην την έχει αγγίξει το χέρι του χρόνου. Τα χαρακτηριστικά αρχοντικά της σπίτια επιβιώνουν αμετάβλητα στις αλλάγές του καιρού, αντιστέκονται στο χρόνο.

Στα λιθόστρωτα δρομάκια της υπάρχουν κάποιες κατασκευές που θυμίζουν την αριστοκρατική Καντάμπρια (Cantabria) της εποχής του μπαρόκ, όπως το παλάτι των Μιερ (Mier), που έχει μετατραπεί σήμερα σε παραδοσιακό ξενώνα.

.Στην Καρμόνα (Carmona)κατοικούν σήμερα άνθρωποι απλοί και φιλόξενοι, που αντιστέκονται στην άνοδο του τουρισμού, χωρίς να αλλάζουν τις συνήθειες και τις παραδόσεις τους και που απολαμβάνουν μια ζωή μέα στη φύση, μια ζωή αγροτική.   Οι κάτοικοί της φροντίζουν τις αγελάδες, ασχολούνται με τη βοσκή και τη χειροτεχνία με ξύλο. Επιπλέον υπάρχουν και κάποιοι τεχνίτες που κατασκευάζουν τσόκαρα (παπούτσι τυπικό της περιοχής) και είναι πολύ φημισμένοι.  Ο Αμάδο  Γκόμεθ (Amado Gómez), που πέθανε το 2007, ήταν προσωπικότητα γνωστή, ως σημείο αναφοράς γι’ αυτό το επάγγελμα. Σήμερα κάποιοι νέοι προσπαθούν να  αναβιώσουν την τέχνη και να επαναφέρουν σε χρήση τα χαρακτηριστικά αυτά παπούτσια.                   .

Τα τσόκαρα χρειάζοντα ιδιαίτερα σε περιοχές υγρές και βροχερές της βόρειας Ισπανίας, γιατί με αυτά οι κτηνοτρόφοι προστατεύουν τα πόδια τους από το νερό και τη ρυπαρότητα των σταύλων. Το πόσο σημαντική θεωρείται η τέχνη της κατασκευής των παπουτσιών αυτών φαίνεται και από το γεγονός ότι σε μια μικρή πλατεία, που βρίσκεται ακριβώς στο ιστορικό κέντρο της Καρμόνα  (Carmona) , υπάρχει ένα γλυπτό στη μνήμη του Αμάδο  Γκόμεθ  (Amado Gómez), του κατασκευαστή των τσόκαρων, ο οποίος τα σκάλιζε κατά παραγγελία χρησιμοποιώντας ξύλο από κέδρο, σημύδα ή καρυδιά. Οι κάτοικοι θυμούνται με τρυφερότητα αυτόν τον φημισμένο τεχνίτη και διασώζουν με την προφορική παράδοση πολλά στιγμιότυπα από τη ζωή του, μεταδίδοντας τα αυτούσια, όπως τα ζούσε και τα έλεγε με την χαρακτηριστική, άξεστη και ιδιαίτερη ομιλίά του.

Προς το νότο, στους πρόποδες της οροσειράς Πένια Σάγκρα (Peña Sagra), πρέπει να σταματήσει κανείς στην Τουντάγκα (Tudanca), που παίρνει το όνομα από την ονομαστή αγελάδα ράτσας της Καντάμπρια (Cantabria).    Με την εκτροφή της ασχολούνται οι κάτοικοι της, πέρα από την κτηνοτροφική εκμετάλλευση των αγελάδων που δίνουν γάλα.  Γι’ αυτό το σκοπό έχουν υπέροχα βοσκοτόπια. Οι αγελάδες Τουνταγκα (Tudanca) είναι ευκίνητες, δυνατές και πολύ ανθεκτικές, γι’ αυτό το λόγο παραμέρισαν άλλες ράτσες αυτόνομες, επειδή οι παραπάνω αγελάδες μπορούσαν να παράγουν γάλα ποιότητας, νόστιμο κρέας και απαιτούσαν λίγη φροντίδα καθώς προσαρμόζονταν εύκολά στην ελεύθερη βοσκή στα πλούσια βοσκοτόπια της περιοχής.

Ο συγγραφέας Μιγκέλ ντε Ουναμούνο (Miguel de Unamuno)  πέρασε από δω και περιέγραψε αυτόν τον τόπο ως εξής:  Από τη μια πλευρά και την άλλη του ποταμού Νάνσα (Nansa) , στην κοιλάδα της Τουντάγκα (Tudanca) , υψώνονται βουνά και απόκρημνοι βράχοι, σκεπασμένοι με δάση βελανιδάς και οξιάς, με φουντουκιές και άλλα είδη δέντρων. Μπορεί όμως κανείς να διακρίνει εκεί ψηλά και απέραντα λιβάδια Η πρασινάδα των βοσκότοπων σου φαίνεται ότι ενώνεται με το γαλανό του ουρανού, όταν ο καιρός είναι καλός, ενώ άλλες φορές τα λιβάδια αυτά τα σκεπάζει, λες και τα προστρατεύει, το πούσι.  Στο βάθος, δίπλα στον ποταμό, οι καλαμποκιές προσθέτουν  τη δική τους νότα στην οικογενειακή καλλιέργεια, απαραίτητο προϊόν για τη διατροφή της οικογένειας.

Και ανάμεσα στους αγρούς με καλαμπόκι, δίπλα στη φτωχική εκκλησία, υπάρχει  το περιβόλι του θανάτου, το κοιμητήριο της Τουτάγκα (Tudanca), το οποίο προστατεύει ένας πέτρινος σταυρός.

Ο Ουναμούνο (Unamuno) και πολλοί άλλοι συγγραφείς παρέμειναν  κάποιες περιόδους στην   Κασόνα ντε Τουτάγκα (Casona de Tudanca),   θερινή κατοικία του Χοσέ Μαρία ντε Κοσίο  (José Maria de Cossío) , εκδότη, συγγραφέα, φημισμένου ευρυμαθούς πνευματικού ανθρώπου, φίλου ταυρομάχων και ποητών, ο οποίος είχε μια υπέροχη βιβλιοθήκη, όπως επίσης και μια μεγάλη συλλογή από σχέδια, χαρακτικά και πίνακες ζωγραφικής, διαφόρων εποχών αλλά και υπέροχης καλλιτεχνικής ποιότητας.

Ο ποιητής Ραφαέλ Αλμπερτί    (Rafael Alberí ) βρέθηκε  με τον Κοσίο  (Cossío)  στην Κασόνα (Casona) και έγραψε:

Σ’ ένα χωριό με σχεδόν σαράντα σπίτια ζούσαμε μόνοι, περιτριγυρισμένοι από φτωχούς χωρικούς. Η Κασόνα (Casona) ήταν όμορφη, με μια βιβλιοθήκη πολύ καλά εφοδιασμένη, με πολυθρόνες ψηλές και άνετες, που έκαναν απολαυστικό το διάβασμα εκεί. Μας άρεσαν πολύ  τα χαρακτηριστικά τζάκια της περιοχής που σε προστάτευαν από το κρύο, γιατί εκεί το κρύο  είναι τσουχτερό και κρατάει πολύ .  Το λιακωτό του σπιτιού μας έβλεπε στον κήπο, ένα μικρό οπωρώνα με λουλούδια και οπωροφόρα δέντρα.

Η βιβλιοθήκη διατηρεί 25.000 τόμους, που χρονολογούνται από τον 15ο ως τον 20ο αιώνα αλλά  ο πραγματικός της θησαυρός είναι τα χειρόγραφα των ποιητών του ’27: Ραφαέλ Αλμπερτί   (Rafael Albertí), Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (Federico García Lorca),  Χεράρντο Ντιέγκο (Gerardo Diego), Χόρχε Γκιγιέν (Jorge Guillén).   Επίσης υπάρχουν χειρόγραφα του Μανουέλ Αθάνια  (Manuel Azaña) και Καμίλο Χοσέ Θέλα  (Camilo José Cela),  που παρέμεινε κάποιο χρόνο στην Κασόνα (Casona), τόπο υποχρεωτικής και επιπλέον δωρεάν επίσκεψης για τον ταξιδιώτη που περνάει  απ’ αυτή την επαρχία.

Υπάρχουν πολλές γωνιές και χωριά, όπως  η Μπαρθενίγιας (Barcenillas) , η Φρεσνέντα (Fresneda)  και η Καμπεθόν (Cabezón) , που θα βοηθήσουν κάποιον να γνωρίσει και να απολαύσει  την περιοχή, αλλά δεν πρέπει να φύγει  χωρίς να γνωρίσει τη σπηλιά του Σοπλάο (Soplao).   Θεωρείται ένας παράδεισος της γεωλογίας, καθώς  περιέχει στις αναρίθμητες σπηλιές και στοές της εξαιρετικών διαστάσεων, που ξεπερνούν τα 17 χιλιόμετρα μήκος, εκπληκτικούς σταλακτίκτες, σταλαγμίτες με τα πιο περίεργα σχήματα,  μαργαριτάρια των σπηλαίων, αλλά και  ένα πλήθος φυσικών σχηματισμών που αφήνουν τον επισκέπτη έκθαμβο. . Το Σοπλάο (Soplao)  βαπτίστηκε η Καπέλα Σιξτίνα (Capilla Sixtina) του υπόγειου κόσμου για τη μοναδική και ανεπανάληπτη μεγαλοπρέπειά του και για την εξαιρετική ομορφιά του.

Kalamad