//Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ

Η καταγεγραμμένη ιστορία της Κούβας ξεκινάει στις 24 Οκτωβρίου 1492, όταν ο Χριστόφορος Κολόμβος εντόπισε το νησί κατά το πρώτο του εξερευνητικό ταξίδι και το διεκδίκησε εκ μέρους της Ισπανίας. Το νησί κατά την προκολομβιανή εποχή κατοικούνταν από ιθαγενείς φυλές, γνωστές ως Ταΐνο και Σιμπονέι, των οποίων οι πρόγονοι είχαν έρθει αρκετούς αιώνες νωρίτερα από τη Νότια Αμερική. Οι Ταΐνο ήταν γεωργοί και οι Σιμπονέι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες. Το όνομα Κούβα προέρχεται από την Ταΐνο λέξη cubanacán που σημαίνει “κεντρικός τόπος”.

Iσπανική κυριαρχία
Οι ακτές της Κούβας χαρτογραφήθηκαν πλήρως από τον Σεβαστιάν ντε Οκάμπο το 1511, και το ίδιο έτος ο Ντιέγο Βελάσκες ντε Κουεγιάρ ίδρυσε τον πρώτο ισπανικό καταυλισμό στην Μπαρακόα.  Άλλες πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Αβάνας (η οποία ιδρύθηκε το 1515), ακολούθησαν σύντομα μετά. Οι Ισπανοί, όπως έκαναν σε όλη την ήπειρο, καταπίεσαν και σκλάβωσαν τους περίπου 100.000 ιθαγενείς κατοίκους του νησιού. Μέσα σε εκατό χρόνια εξαφανίστηκαν όλοι τους, ως αποτέλεσμα του συνδυασμού ασθενειών, καταναγκαστικών έργων και γενοκτονίας. Τότε οι έποικοι έφεραν σκλάβους από την Αφρική, οι οποίοι σε σύντομο χρονικό διάστημα αποτελούσαν σημαντική μερίδα του πληθυσμού.

Η Κούβα ήταν υπό ισπανική κυριαρχία επί 388 έτη, διοικούμενη από ισπανό κυβερνήτη στην Αβάνα, με την οικονομία της να βασίζεται στις φυτείες και την εξαγωγή ζάχαρης, καφέ και καπνού στην Ευρώπη και αργότερα στη Βόρεια Αμερική. Καταλήφθηκε από τους Βρετανούς το 1762, ενώ επανακτήθηκε το επόμενο έτος. Ο ισπανικός πληθυσμός ενισχύθηκε από έποικους που εγκατέλειψαν την Αϊτή όταν το νησί πέρασε στην κυριαρχία των Γάλλων. Όπως και σε άλλες κτήσεις της Ισπανικής Αυτοκρατορίας, η κοινωνική και οικονομική εξουσία ήταν στα χέρια μιας μικρής ελίτ γαιοκτημόνων ισπανικής καταγωγής, τους οποίους εξυπηρετούσε ένα πλήθος, κυρίως μιγάδων, από αγρότες, εργάτες και σκλάβους.

Τη δεκαετία του 1820, όταν οι άλλες περιοχές της Ισπανικής Αυτοκρατορίας στη Λατινική Αμερική επαναστατούσαν και δημιούργησαν ανεξάρτητα κράτη, η Κούβα παρέμεινε πιστή, αν και μικρές εστίες αντίστασης επιθυμούσαν ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση.

Η γειτνίαση με τις ΗΠΑ επηρέασε ιδιαίτερα την ιστορική πορεία της Κούβας. Συχνά πολιτικοί από τις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ σχεδίαζαν κατά τον 19ο αιώνα την προσάρτηση της Κούβας ως μέσο ενίσχυσης των δυνάμεων στις ΗΠΑ που υποστήριζαν τον θεσμό της δουλείας, καθώς και στην Κούβα υπήρχαν ορισμένοι κύκλοι που υποστήριζαν αυτή την πολιτική. Το 1848 μία εξέγερση με αυτό τον σκοπό καταπνίγηκε και έγιναν διάφορες απόπειρες προσάρτησης με εισβολή από τη Φλόριντα. Στις ΗΠΑ έγιναν επίσης διάφορες σκέψεις για να αγορά της Κούβας από την Ισπανία. Το καλοκαίρι του 1848 ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Νοξ Πολκ εξουσιοδότησε σιωπηρά τον πρεσβευτή της χώρας στην Ισπανία να διαπραγματευτεί την αγορά της Κούβας προσφέροντας στην Ισπανία μέχρι 100 εκατομμύρια  δολάρια, αστρονομικό ποσό την εποχή εκείνη. Όμως, η Ισπανία αρνήθηκε να παραχωρήσει μία από τις τελευταίες της κτήσεις στην αμερικανική ήπειρο.


Περίοδος εξεγέρσεων (1868-1900)

Μετά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο έπαψε να υπάρχει η απειλή της προσάρτησης η επιθυμία για ανεξαρτησία αναζωπυρώθηκε, οδηγώντας τελικά σε εξέγερση το 1868. Αυτό προκάλεσε μία μακρόχρονη σύγκρουση μεταξύ εκείνων που επεδίωκαν την ανεξαρτησία, από τη μια, και τους Ισπανούς και τους ντόπιους συμμάχους τους, από την άλλη, τον γνωστό Δεκαετή Πόλεμο. Στις ΗΠΑ, πολιτικοί κύκλοι ευνοούσαν την ανεξαρτησία και κάποια ανεπίσημη βοήθεια στάλθηκε, όμως η χώρα αρνήθηκε να επέμβει επίσημα. Η σύγκρουση τερματίστηκε το 1878 με τη Συνθήκη του Σανχόν, με την οποία η Ισπανία υποσχέθηκε περισσότερη αυτονομία.

Τη δεκαετία του 1890 η επιθυμία για ανεξαρτησία αναβίωσε, ενισχυόμενη από την απέχθεια για τους περιορισμούς που επέβαλε η Ισπανία στο εγχώριο εμπόριο και την εχθρότητα προς την καταπιεστική και αναποτελεσματική διακυβέρνηση της Ισπανίας στην Κούβα. Στις 15 Ιουλίου 1895 ξέσπασε επανάσταση και το κόμμα της ανεξαρτησίας, υπό την ηγεσία του Τομάς Εστράδα Πάλμα και του ποιητή Χοσέ Μαρτί, ανακήρυξε την Κούβα ανεξάρτητη δημοκρατία. Ο Μαρτί σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια των αναταραχών, ενώ υπολογίζεται ότι εκείνη την περίοδο 200.000 με 400.000 Κουβανοί έχασαν τη ζωή τους από ασιτία και αρρώστιες.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1898, το αμερικανικό πολεμικό πλοίο Μέιν βυθίστηκε μυστηριωδώς στο λιμάνι της Αβάνας και σκοτώθηκαν 266 άντρες. Οι δυνάμεις στις ΗΠΑ που επιθυμούσαν επέμβαση στην Κούβα βρήκαν την αφορμή και κατηγόρησαν την Ισπανία για τη βύθιση του, παρόλο που η Ισπανία δεν είχε κανένα κίνητρο να πράξει κάτι τέτοιο και ουδέποτε βρέθηκαν στοιχεία που να την ενοχοποιούν. Παρόλα αυτά, το αμερικανικό Κογκρέσο ψήφισε απόφαση με την οποία καλούσε για επέμβαση και ο πρόεδρος Γουίλιαμ Μακκίνλι συμφώνησε αμέσως. Ακολούθησε ο Ισπανό-Αμερικανικός Πόλεμος, κατά τον οποίο οι δυνάμεις των ΗΠΑ αποβιβάστηκαν στην Κούβα τον Ιούνιο του 1898 και γρήγορα έκαμψαν την ισπανική αντίσταση.

Ανεξαρτησία

Ο Θίοντορ Ρούζβελτ, ο οποίος είχε πολεμήσει στον Ισπανο-Αμερικανικό Πόλεμο και είχε φιλική στάση έναντι στο κίνημα ανεξαρτησίας, διαδέχθηκε τον Μακκίνλι ως πρόεδρος των ΗΠΑ το 1901 και εγκατέλειψε την πρόταση για εικοσαετή κηδεμονία. Αντ’ αυτού, η Δημοκρατία της Κούβας κέρδισε επίσημα την ανεξαρτησία της στις 20 Μαΐου 1902, και ο ηγέτης της ανεξαρτησίας Τομάς Εστράδα Πάλμα έγινε ο πρώτος πρόεδρος της χώρας. Σύμφωνα με το νέο κουβανικό σύνταγμα, όμως, οι ΗΠΑ διατηρούσαν το δικαίωμα επέμβασης στις υποθέσεις της Κούβας και επίβλεψης των οικονομικών του νησιού και των εξωτερικών υποθέσεων. Σύμφωνα με την Τροποποίηση Πλατ, η Κούβα συμφώνησε επίσης να ενοικιάσει στις ΗΠΑ τη ναυτική βάση στο Γκουαντάναμο.

Το 1906, μετά από εκλογές που αμφισβητήθηκαν για τη διαδοχή του Εστράδα Πάλμα, ξέσπασε ένοπλη εξέγερση και οι ΗΠΑ άσκησαν το δικαίωμα επέμβασης. Η χώρα τέθηκε υπό αμερικανική κατοχή και ανέλαβε Αμερικανός κυβερνήτης για τρία χρόνια. Το 1908 επανήλθε η αυτό-κυβέρνηση με την εκλογή του Χοσέ Μιγκέλ Γκόμεζ ως προέδρου, αλλά οι ΗΠΑ διατήρησαν την επίβλεψή τους στις κουβανικές υποθέσεις. Παρά τις συχνές ταραχές, η συνταγματική κυβέρνηση έμεινε μέχρι το 1925, όταν ο Χεράρδο Ματσάδο ι Μοράλες, αφού έγινε  πρόεδρος, κατάργησε το σύνταγμα.

Τον Αύγουστο του 1933 μέλη του κουβανικού στρατού έκαναν πραξικόπημα με το οποίο καθαίρεσαν τον Ματσάδο.

Το 1934 ο Μπατίστα και ο στρατός, ο οποίος ήταν η πραγματική εξουσία στην Κούβα, αντικατέστησαν τον Γκράου με τον Κάρλος Μεντιέτα ι Μοντεφούρ. Το 1940 ο Μπατίστα αποφάσισε να διεκδικήσει ο ίδιος την προεδρία. Ο ηγέτης των συνταγματικών φιλελευθέρων Ραμόν Γκράου Σαν Μαρτίν αρνήθηκε να τον υποστηρίξει και στράφηκε στο Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο τη δεκαετία του 1930 είχε αναπτυχθεί σε μέγεθος και επιρροή.

Από τον Μπατίστα στον Κάστρο

Οι εκλογές του 1952 είχαν τρεις υποψηφίους. Όταν κατέστη εμφανές ότι ο Μπατίστα δεν είχε καμιά πιθανότητα να κερδίσει τις εκλογές, έκανε πραξικόπημα στις 10 Μαρτίου 1952 και έμεινε στην εξουσία με τη στήριξη του εθνικιστικού τμήματος του στρατού. Το καθεστώς του σημαδεύτηκε από μεγάλη διαφθορά και φτώχεια. Η αστυνομία του Μπατίστα ήταν γνωστή για τη σκληρή της τακτική και τη βία που ασκούσε έναντι στους πολίτες.

Το 1956 μια ομάδα ανταρτών, αποτελούμενη κυρίως από νεαρούς ιδεολόγους σοσιαλιστές, περιλαμβανομένου του Φιντέλ Κάστρο, αποβιβάστηκε από μια βάρκα ερχόμενη από το Μεξικό και επιχείρησε να ξεκινήσει κίνημα ένοπλης αντίστασης στα βουνά της Σιέρα Μαέστρα (ο Κάστρο είχε πάει στο Μεξικό μετά που αφέθηκε ελεύθερος από τη φυλακή, όπου εξέτιε ποινή για τη συμμετοχή του στην επίθεση στο Στρατόπεδο Μονκάδα στο Σαντιάγο ντε Κούβα). Οι δυνάμεις του Μπατίστα σκότωσαν τους περισσότερους αντάρτες, αλλά αρκετοί επέζησαν και συνέχισαν μικρό αντάρτικο στα βουνά. Σε απάντηση, ο Μπατίστα έκανε το λάθος να εξαπολύσει εκστρατεία κατάπνιξης της αντιπολίτευσης, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η στήριξη του κόσμου στους αντάρτες.

Κατά τα έτη 1957 και 1958 η αντίσταση κατά του Μπατίστα αυξήθηκε, στη μεσαία τάξη, στους φοιτητές, στην Καθολική Εκκλησία και στις αγροτικές περιοχές. Μέχρι το τέλος του 1958 οι αντάρτες κατάφεραν να βγουν από τη Σιέρα Μαέστρα και να προκαλέσουν γενική εξέγερση, με τη στήριξη εκατοντάδων φοιτητών και άλλων πολιτών που ξέφυγαν από την καταπίεση του Μπατίστα στις πόλεις. Όταν οι αντάρτες κατέλαβαν τη Σάντα Κλάρα, ανατολικά της Αβάνας, ο Μπατίστα έκρινε ότι η μάχη ήταν μάταιη και έφυγε από τη χώρα για να καταφύγει στην Πορτογαλία και αργότερα στην Ισπανία. Οι δυνάμεις του Κάστρο μπήκαν στην πρωτεύουσα την 1η Ιανουαρίου 1959.

  Η Κούβα μετά την επανάσταση
Ο Φιντέλ Κάστρο έγινε πρωθυπουργός της Κούβας τον Φεβρουάριο του 1959, και κράτησε την εξουσία μέχρι που την παρέδωσε προσωρινά στον αδελφό του Ραούλ Κάστρο τον Ιούλιο του 2006. Μέχρι τις αρχές του 2007 είναι ο μακροβιότερος ζων ηγέτης χώρας. Αρχικά ο Κάστρο ήταν συνταγματικός φιλελεύθερος και εθνικιστής, αν και ριζοσπάστης εθνικιστής, και η νίκη του καλωσορίστηκε τόσο στην Κούβα όσο και στις ΗΠΑ, παρόλο που η συνοπτική εκτέλεση 500 αστυνομικών και άλλων που κατηγορήθηκαν ότι ήταν πράκτορες του καθεστώτος Μπατίστα προκάλεσε άμεσα ανησυχία. Κατά τη διάρκεια του 1959 η κυβέρνηση Κάστρο πήρε δημοφιλή μέτρα, όπως η ανακατανομή της γης, η κρατικοποίηση οργανισμών κοινής ωφελείας και ο αδίστακτος πόλεμος κατά της διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένων του κλεισίματος της βιομηχανίας τζόγου και της εκδίωξης των Αμερικανών μαφιόζων.